0

Ο μύθος του “καλού” γονιού και άλλες ιστορίες…

Βρισκόμαστε σε μια εποχή , όπου οι γονείς , αναλώνονται ψυχικά, γνωστικά και συναισθηματικά πολύ στο να βρουν τις κατάλληλες πληροφορίες για να μεγαλώσουν “σωστά” τα παιδιά τους. Ο προσανατολισμός αυτός , είναι τόσο μάταιος όσο και απογοητευτικός , όταν εξ’ορισμού προβλέπει να μην κάνεις λάθη , να διαχειρίζεσαι πλήρως και πάντα τα συναισθήματά σου, να μη χάνεις ποτέ την ψυχραιμία σου, να μην έρχεσαι σε σύγκρουση με το σύντροφο σου κτλ. Πολύ απλά, αυτό ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ.

Περνάμε στην εποχή μας από εκείνη τη χρονογραμμή της συναισθηματικής “αποστείρωσης” του περιβάλλοντος που παιδιά μεγαλώνουν.Φοβόμαστε να μιλήσουμε στα παιδιά μας για όσα σκεφτόμαστε, φοβόμαστε να τσακωθούμε μαζί τους, τρέμουμε αν το σχολείο που διαλέξαμε είναι αρκετά καλό, αν οι εξωσχολικές δραστηριότητες είναι αρκετές ή αν ή κόρη και ό γιος της γειτόνισσας συμμετέχουν και σε κάτι άλλο, που εμείς δεν το πήραμε είδηση και “πω,πω…να μην το ξέρω νωρίτερα…αφού τα έψαχνα εγώ, πώς μου ξέφυγε…;” Και φοβόμαστε γιατί θα τους δημιουργήσουμε ψυχικά τραύματα που ύστερα θα έχουν σοβαρό αντίκτυπο στη ζωή τους. Αυτό που συνήθως πετυχαίνουμε είναι να΄βιώνουμε και να μεταδίδουμε πολύ στρες και να χάνουμε τη δημιουργικότητά μας στον χρόνο που περνάμε με τα παιδιά μας.

Θυμάμαι, ένα παιδί που είχε παραπεμφθεί σε εμένα και όταν συνάντησα την οικογένεια, αντιλήφθηκα ότι ήταν πολύ επιφορτισμένη με το άγχος ότι η οικονομική ανέχεια στερούσε από τα παιδιά τους την πρόοδο, την εξέλιξη, τη “σωστή ψυχαγωγία” κτλ. Αυτό το βάρος φαινόταν να είναι τόσο μεγάλο για την οικογένεια που δημιουργούσε μια παραίτηση από την πλευρά των γονιών, όποτε οικονομικά η κατάσταση χειροτέρευε. Όταν ρώτησα το γιο τους, “αν μπορούσες να επιλέξεις κάτι να κάνεις που θα σε έκανε πολύ ευτυχισμένο τί θα ήταν αυτό;”, το παιδί μου απάντησε, να βάλουν ένα σεντόνι στο σαλόνι, να παριστάνουν πως είναι στη σκηνή και να δούνε ταινία με ποπ κορν.

Προφανώς και το να περνάω χρόνο με το παιδί μου είναι αξία μέγιστη, προφανώς και το να προβληματίζομαι για το πώς θα του “προσφέρω” μια  ζωή που θα τον προικίσει με ερεθίσματα και θα το βοηθήσει να αναπτυχθεί ώριμα είναι αυτοσκοπός, στο εννοιολλογικό περιεχόμενο που του προσδίδουμε διαφωνώ. Το παράσημο του “καλού” γονιού δεν στο δίνουν οι άλλοι, στο δίνει μόνο το παιδί σου. Και για το παιδί σου, υπάρχει μία σημαντικότατη αξία , και αυτή δεν είναι άλλη από το να είναι ευτυχισμένο.

Ευτυχισμένο δε σημαίνει, πάντα να γελά, δε σημαίνει πάντα να συμφωνεί, δε σημαίνει να μη τσακώνεστε. Νομίζω, ότι ευτυχισμένος είναι κάποιος, όταν ξέρει ότι του φέρονται με δικαιοσύνη, αντιλαμβάνεται ότι δεν επικρίνεται για τις επιλογές του, όταν η μικρή φωνούλα που λέει “θέλω να παίξω λίγο, όχι μόνο να τρέχω από δω και από εκεί” εισακούγεται. Είναι κάποιος ευτυχισμένος, όταν μέσα στην οικογένεια του επιτρέπεται να περνά από όλο το φάσμα των συναισθημάτων και να νιώθει ότι αυτό είναι φυσιολογικό. Είναι ευτυχισμένος κάποιος όταν αντιμετωπίζεται με ειλικρίνεια και όταν βέβαια γνωρίζει και τηρούνται τα όρια που θα επιτρέψουν στην οικογένεια να ζει αρμονικά και να αναζητά τις λύσεις της μέσα από τους κανόνες που έθεσε.

Ο δρόμος της γονεϊκότητας δεν είναι γραμμικός, κάτι βρίσκεις και κάτι χάνεις στη συμπεριφορά σου και μετά κάνεις ένα βήμα πίσω και αναζητάς πάλι τη λύση. Δεν περνά μόνο μέσα από σωστές αποφάσεις και αυτό δε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αποτυχία αλλά ως ευκαιρία για μάθηση, μέχρι το επόμενο λάθος. Δεν είναι λιγότερο επαρκής ο γονιός, που επιλέγει να περνά καλά και χωρίς το παιδί του, χωρίς ωστόσο να το παραμελεί.

Η γονεϊκότητα είναι ένα σημαντικότατο οροσήμο στην εξέλιξη του ατόμου, όπου νέοι ρόλοι εισάγονται μάζι με πολύ στρες για το άγνωστο και την ευθύνη. Ο καθένας θα κάνει τις επιλογές του με βάση το σύστημα αξιών του, αλλά είναι σημαντικό να μάθει στο παιδί του να κάνει και εκείνο τις επιλογές του, και αυτό σημαίνει να αποδεχθεί ή και να μπορέσει να απορρίψει αυτό το σύστημα αξιών μέσα στο οποίο μεγαλώνει. Και τότε, είναι βέβαιο ότι το ίδιο το παιδί θα θεωρεί ότι είχε έναν “καλό” γονιό, έναν συνοδοιπόρο, ένα βατήρα που του έδωσε την ώθηση να ανακαλύψει τη δική του ευτυχία, έξω από τον ίδιο το γονιό, αλλά και θα είναι εκεί πάντα με ανιδιοτέλεια, να το στηρίζει στα δύσκολα και να το ακούει.

0

Ό,τι πιστεύω για εμένα είναι ό,τι με έκαναν να πιστέψω!

Αφορμή για τις σημερινές μου σκέψεις, αποτέλεσε ένα εξαιρετικό βιβλίο, που σας συστήνω ανεπιφύλακτα να διαβάσετε. Το βιβλίο λέγεται “Το Παλιόπαιδο” και πραγματεύται πως, ο καθένας μας προσπαθεί να ταυτιστεί με τα όσα του προσάπτει το περιβάλλον του, αλλά και πως , μέσα από ένα πραγματικό παράδειγμα εφαρμογής, η λύση είναι εκεί αρκεί να την αναζητήσουμε.

Μετά από πολλά χρόνια σπουδών και άπειρες ώρες  μελέτης, μετά από χιλιάδες έρευνες και εκατομμύρια συμπεράσματα, η επιστήμη αναμοχλεύει μια αλήθεια που ξεπετιέται από παντού. Μόνο ο άνθρωπος που πιστεύει στον εαυτό του , είναι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Οι υλικές απολάυσεις, η κοινωνική και επαγγελματική καταξίωση, η επιτυχία όλα είναι σημαντικοί συνοδοιπόροι στο να θέτουμε κίνητρα και να τα κυνηγάμε. Όμως η αποδοχή του ίδιου μας του εαυτού είναι το υψηλότερο βάθρο της πραγματικής ευτυχίας.

Η αυτοπεποίθηση και η αυτο-εικόνα είναι έννοιες που ακούγονται συχνά, αποτελούν ζωτικής σημασίας επίτευγμα στην ανθρώπινη ύπαρξη. Ένα παιδί, κουβαλάει πάνω του όλες τις ταμπέλες που οι γύρω του, με βασικότερη πηγή επιρροής την οικογένεια, του έχουν δώσει. Καλές , κακές ταμπέλες είναι εκεί φορτωμένες στην πλάτη του, ασυνείδητα τις δέχεται, δεν τις αμφισβητεί παρά κοιτά να τις εκπληρώσει. Αν ρωτήσω ένα παιδί , που ο γονιός του φαίνεται κουρασμένος από εκείνο και την εκρηκτική συπμεριφορά του, “τί πιστεύεις ότι κάνεις πολύ καλά”; Η θλιβερή απάντηση που παίρνω , συχνότερα από ότι θα περίμενα, είναι “Τίποτα”.

Τα χαρακτηριστικά που εμείς αποδίδουμε στα παιδιά μας, είναι εκείνα που τείνουν να πιστέψουν, ανεξάρτητα αν η πραγματικότητα πολλές φορές και οι τρίτοι άνθρωποι συχνότερα τα διαψεύδουν. Η διάψευση αυτή, δεν έχει συχνά καμία επιρρόή στην αυτοεικόνα του παιδιού. Σίγουρα έχετε ακόυσει ότι πρέπει να αναφέρομαι στην συμπεριφορά και όχι να γενικεύω το χαρκατηρισμό. Για παράδειγμα, θα ήταν προτιμότερο να πω ” νομίζω ότι για το συγκεκριμένο μάθημα, δεν έκανε αρκετή προσπάθεια στο διάβασμα” παρά ” είσαι τεμπέλης”. Ο λόγος είναι ακριβώς αυτός. Μία συγκεκριμένη πράξη, μπορώ να τη θεωρήσω μεμονωμένο λάθος και να νιώθω πως έχω τη δύναμη να αντιδράσω διαφορετικά. Σε έναν γενικευμένο χαρακτηρισμό, δεν νιώθω πως έχω τον έλεγχο της κατάστασης άρα και δεν θα προσπαθήσω να το αλλάξω, αλλά να το επιβεβαιώσω.

Η στάση αυτή στη μεταξύ μας επικοινωνία, είτε αφορά το γονιό με το παιδί, είτε αφορά επαγγελματικές, φιλικές ή και ερωτικές σχέσεις με προβληματίζει έντονα. Ακούς συχνά συζητήσεις  μαμάδων , μεγαλύτερων παιδιών, που “διαγωνίζονται” ποια περνάει πιο δύσκολα με τα παιδιά της. Αναρωτιέμαι, αν αυτό το σχήμα επικοινωνίας και το να εστιάζουμε στο πρόβλημα, είναι μια μεμαθημένη συμπεριφορά που κουβαλάμε και ούτε καν αντιλαμβανόμαστε. Η επιστήμη της Ψυχολογίας, τα τελευταία χρόνια, με την ανάπτυξη ενός νέου κλάδου που ονομάζεται “Θετική Ψυχολογία”, προσπαθεί να αντιστρέψει αυτό το κλίμα. Οι επιστήμονες του κλάδου, υποστηρίζουν ότι βασικό ζητούμενο είναι ευημερία και ευζωϊα και για να το πετύχουμε πρέπει να απαλλαγούμε από το να ψάχνουμε τις προβληματικές συμπεριφορές και να εστιάσουμε στα θετικά, τα οποία και καλούμαστε να εντωπίσουμε και να αναπτύξουμε.

Είτε υποστηρίζεις τις θέσεις του κάδου της Θετικής Ψυχολογίας, είτε επιστημονικά στέκεσαι κάπου διαφορετικά, σας διαβεβαιώ,  ότι πολύ συχνά για να αλλάξει μια συμπεριφορά αρκεί μόνο να εστιάσεις και να προτάξεις ένα θετικό χαρακτηριστικό για κάποιον. Είναι τόσο τεράστιο το κίνητρο της επιδοκιμασίας των άλλων και της αποδοχής, που μπορεί να αλλάξει τις συμπεριφορές και τη λειτουργικότητα του ατόμου μαγικά. Είναι σημαντικό ο καθένας να νιώθει καλά για όσα πρεσβεύει, να επιτρέπουμε στα παιδιά να κάνουν λάθη και να τα ωθούμε να πιστέψουν ότι αυτό είναι φυσιολογικό. Να αναγνωρίζουμε τις δυνατότητες και τις αδυναμίες, να είμαστε ειλικρινείς και δίκαιοι και να σεβόμαστε τη διαφορετικότητα. Έτσι θα δημιουργήσουμε ένα μονοπάτι, που τα παιδιά θα μπορούν να περπατήσουν ώστε να εξελιχθούν σε ενήλικες με υψηλή αυτοπεποίθηση και θετική αυτο-εικόνα.

0

Ποιά είναι άραγε η πιο δύσκολη ηλικία;

Η γονεϊκότητα είναι διαφορετικά απαιτητική σε κάθε ηλικιακή και αναπτυξιακή φάση του παιδιού. Οι πρώτοι μήνες, στο πρώτο ειδικά παιδί, χαρακτηριστικό είναι το έντονο στρες μια καινούριας και μη ελεγχόμενης κατάστασης. Γύρω στον πρώτο χρόνο, το παιδί αυτονομείται στη βάδιση και η περίοδος αυτή συνοδεύεται από έντονη σωματική κούραση για το γονιό. Στα 2-3 χρόνια το παιδί έχει πάρα πολύ έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις ( τα γνωστά tantrums), έντονη κινητικότητα και αστείρευτη ενέργεια. Από τα 4 μέχρι και τα 8 με 9 του χρόνια ακολουθεί μια περίοδος έντονων γνωστικών αναζητήσεων και συλλογή εμπειριών καθώς και προετοιμασία για την ένταξη στην προεφηβεία που χαρακτηρίζεται από σωματικές αλλαγές , ορμονικές διαταραχές και τάση για αυτονομία. Ακολουθούν τα χρόνια της προεφηβείας και εφηβείας, όπου οι αλλαγές είναι τεράστιες. Τόσο συναισθηματικά, σωματικά, κοινωνικά, ορμονικά δεν υπάρχει κανένας αναπτυξιακός άξονας που να μένει ανεπηρέαστος στα χρόνια αυτά.

Η αλήθεια όμως είναι, ότι οι εναλλαγές αυτές και όλο αυτή η αναπτυξιακή διαδρομή είναι τόσο δύσκολες για τους γονείς και το παιδί όσο και συναρπαστικές. Το μονοπάτι προς την αυτονομία, την δημιουργία μιας ατομικής και κοινωνικής ταυτότητας, μια συμπαγούς προσωπικότητας είναι μια εκπληκτική αναπτυξιακή κατάκτηση. Και όταν έρθει εκείνη η ώρα, που το παιδί έγινε ένας ενήλικας αυτόνομος, αποζητούμε τα χρόνια που πέρασαν και αναρωτιόμαστε, πώς πέρασε έτσι γρήγορα ο καιρός; Απολαύστε κάθε δύσκολη και εύκολη στιγμή, κρατήστε κάθε μνήμη που σας ταράζει ή σας εκπλήσσει. Ο χρόνος τρέχει…

0

Πώς τον έκανες έτσι; Μόνο τη μαμά του θέλει!

Ο κοινωνικός περίγυρος πάντα έχει μια “σωστή” συμβουλή να δώσει , ειδικά σε θέματα διαπαιδαγώγησης και ανατροφής. Το να σηκώνεις το δάχτυλο και να υποδεικνύεις ορθές μεθόδους διαπαιδαγώγησης, που ξεπερνούν την επιστημοσύνη του Piaget και τις μεθόδους που ανέπτυξε η Montessori, είναι μια πάγια τακτική στην ελληνική, τουλάχιστον κοινωνία.

Μία από τις πιο τυπικές συζητήσεις, που μονοπωλούν το ενδιαφέρον οικογενειακών συγκεντρώσεων με μικρά παιδιά, είναι η προτίμηση του παιδιού, να αναζητά , να προσκολλάται στο πρόσωπο φροντίδας του , και κυρίως στη μητέρα του, καθώς και να αντιδρά άσχημα κατά την απομάκρυνσή της ή όταν δεν είναι πια στο οπτικό του πεδίο.Η “επιστημονική ομάδα”, που συνήθως απαρτίζεται από γιαγιάδες, παππούδες, θείους, θείες, από τον έταιρο σύντροφο και γονιό αλλά και συχνά από άλλους γονείς, αποκαλεί αυτή τη συμπεριφορά “μαμακίαση” και προσθέτει “πώς τον/την έκανες έτσι;” ” δεν μπορούμε να τον/την πάρουμε μια αγκαλιά”, “περνάς πολύ χρόνο μαζί του/της και δεν του κάνεις καλό” και η λίστα δεν τελειώνει.

Η προσκόλησση στο πρόσωπο φροντίδας είναι μια πολύ φυσιολογική και ζητούμενη αναπτυξιακή φάση στη ζωή και την εξέλιξη ενός παιδιού. Η έναρξή της κυμαίνεται από τους 18 μήνες με 2 έτη και ολοκληρώνεται τον 3ο μπορεί και 4ο χρόνο της ζωής ενός παιδιού. Φυσικά το διάστημα αυτό είναι υποκειμενικό, έχει να κάνει με την προσωπικότητα του παιδιού και του γονιού και ο,τιδήποτε συν πλην 6 μήνες επίσης εντάσσεται μέσα στα πλαίσια της τυπικής ανάπτυξης. Η προσκόλληση, όταν εντάσσεται μέσα στο προαναφερόμενο διάστημα, όχι μόνο δεν είναι μια προβληματική συμπεριφορά, αλλά η απουσία αυτής μας προβληματίζει σημαντικά. Το παιδί , χρειάζεται να αναπτύξει ένα δεσμό προσκόλλησης με το πρόσωπο φροντίδας, για να μπορέσει έτσι με ασφάλεια να εξερευνήσει τον κόσμο γύρω του που είναι γεμάτος προκλήσεις και ανισορροπίες. Το παιδί τίνει να προσκολληθεί στο πρόσωπο που έχει αναλάβει τη φροντίδα του, όχι μόνο την καθημερινή φροντίδα σε πρακτικά ζητήματα, αλλά και τη συναισθηματική του ανακούφιση και εκπαίδευση.

Το ζητούμενο είναι πως το παιδί θα “λύσει” αυτό το δεσμό προσκόλλησης, δλδ πώς θα περάσει μέσα από αυτή τη φάση της ζωής του. Είναι δεδομένο, ότι η φάση αυτή θα τελειώσει και το μόνο που χρειάζεται είναι χρόνος. Το αν όμως το παιδί θα νιώσει το αίσθημα της ασφάλειας σε αυτή τη διαδικασία ή όχι είναι μεγίστης σημασίας. Πολύ μελάνι έχει χυθεί για το τί συνέπειες έχει η δημιουργία ενός ασφαλούς ή ανασφαλούς δεσμού προσκόλησσης κατά την παιδική ηλικία, γεγονός που καταδεικνύει τη σημαντικότητά του. Σήμερα ξέρουμε πώς υπάρχουν ευθείες συσχετίσεις του δεσμού προσκόλλησης, με τον τρόπο που εμείς επιλέγουμε αργότερα, στην ενήλικη ζωή μας, να δημιουργήσουμε συναισθηματικούς δεσμούς με τους συντρόφους μας .

Ο γονιός χρειάζεται να αποδέχεται το συναίσθημα του παιδιού και να μην τοποθετείται με βάση τις εισηγήσεις των γύρω του. Το να πω σε ένα παιδί, “δεν πρέπει να φοβάσαι”, ή “δεν πρέπει να στεναχωριέσαι”, είναι μια ματαιότητα που δημιουργεί μεγαλύτερη ανασφάλεια. Είναι φυσιολογικό και να φοβάται και να στεναχωριέται όπως ακριβώς συμβαίνει και στους ενήλικες. Το να προσπαθώ να αποκόψω βίαια το παιδί από το πρόσωπο φροντίδας, χωρίς να το έχω προετοιμάσει για αυτό και να ακολουθώ την επιστημονική οδηγία ” άστο να κλάψει και θα του περάσει”, επίσης δεν είναι ορθό. Θα του “περάσει” γιατί θα εξαντληθεί από το κλάμα και όχι γιατί συνειδητοποιεί τη συμπεριφορά.

Βεβαίως υπάρχουν φορές που πρέπει ο γονιός να αποχωρήσει, γιατί για παράδειγμα εργάζεται, και το παιδί δεν νιώθει καλά και αντιδρά έντονα σε αυτό τον αποχωρισμό. Είναι σημαντικό να το προετοιμάσω για το τι θα ακολουθήσει, να είμαι συνεπής στο χρόνο που θα υποσχεθώ ότι θα γυρίσω και να κάνω μια μεγάλη αγκαλία λέγοντας ” είναι πολύ φυσιολογικό που στεναχωριέσαι, κι εγώ στεναχωριέμαι λίγο που πρέπει να σε αφήσω αλλά δεν έχω επιλογή. Είμαι σίγουρη ότι θα περάσεις τέλεια και θα γυρίσω πριν το μπάνιο σου για να το κάνουμε μαζί”. Ο γονιός είναι συμμέτοχος, προφανώς στη διαδικασία της ανακούφισης και αυτό δεν αφορά μόνο την αποκρισή του απέναντι στο παιδί του, αλλά και τη διαχείριση του δικού του συναισθήματος. Η ένταση και η διάρκεια της φάσης αυτής, ταυτίζεται απόλυτα με την επιθύμια του γονιού να καταστεί το παιδί του αυτόνομο και να του “επιτρέψει” να μην τον χρειάζεται πια. Γονείς που επιβεβαιώνουν την αγάπη του παιδιού τους, μέσα από την ένταση του κλάματος και της απαιτητικής συμπεριφοράς του παιδιού για την επιστροφή τους, δεν επιτρέπουν στα παιδιά τους να περάσουν με ασφάλεια μέσα από την αναπτυξιακή αυτή φάση.

Η έντονη περίοδος προσκόλλησης του παιδιού στο πρόσωπο φροντίδας είναι μια δύσκολη περίδος για τον ίδιο το φροντιστή. Είναι μια περίοδος που συχνά δεν υπάρχει προσωπικός χώρος και χρόνος και αυτό δεν είναι πάντα αντικείμενο απόλαυσης από την πλευρά του γονιού. Να σκέφτεστε ότι η περίοδος αυτή είναι μια τεράστια ευκαιρία συναισθηματικής εκπαίδευσης για το παιδί σας και επίσης είναι μια περίοδος που το εξοπλίζετε με σημαντικά εφόδια για το πως θα διαχειριστεί τις δικές τους συναισθηματικές σχέσεις αργότερα. Το σημαντικότερο όμως που πρέπει να σκέφτεστε, όταν δεν μπορείτε να πάτε ούτε στην τουαλέτα μόνοι σας,  είναι ότι ο χρόνος είναι σύμμαχος!

0

Μην χοροπηδάς, μην κάνεις ψίχουλα, μην αναπνέεις…στο λέει η μαμά!

Σε μια εποχή που η πληροφορία είναι παντού διαθέσιμη, αλλά καθόλου εύκολο δεν είναι να την ελέγξεις, η γονεϊκότητα έχει αναχθεί σε εξίσωση πυρηνικής φυσικής. Θα βρεις παντού οδηγούς για τα πάντα, “πώς να είσαι καλός γονιός”, “πώς να μεγαλώσεις ευτυχισμένα παιδιά”, “τα 100 πράγματα που δεν πρέπει να πεις στα παιδιά σου” κ.α., και φυσικά υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα, που καταδεικνύουν χωρίς αμφιβολία πως κάποιες συμπεριφορές όταν επαναλαμβάνονται για μεγάλο χρονικό διάστημα από την πλευρά του γονιού επηρεάζουν το παιδί του, αλλά οι οδηγοί είναι για τις μηχανές και όχι για τους ανθρώπους.

Ένα σύνηθες αποτέλεσμα της αγωνίας του κάθε γονιού να είναι ένας εξαιρετικός γονιός, είναι να προσπαθεί να “τσεκάρει” στο μυαλό του, αν το παιδί του πληρεί όλα τα κριτήρια ενός “καλού” παιδιού, σύμφωνα με τον οδηγό “Οι 20 καλύτερες συμπεριφορές”. Και κάπως έτσι αρχίζει ο ατέρμονος κύκλος των “μη”. “Μην τρως και κάνεις ψίχουλα”, “μη μιλάς δυνατά”, “μη χοροπηδάς, θα πέσεις”, “μη χτυπάς τα άλλα παιδιά”, “μην αντιμιλάς στη δασκάλα”, ” μην κάθεσαι λερωμένος στον καναπές”…Αλήθεια, πόσοι από εσάς έχετε συζητήσει με φίλους και συγγενείς, το πόσο αφόρητη συμπεριφορά είναι αυτή για να τη δέχεσαι, από το σύντροφό σας πιθανώς ή στον εργασιακό σας χώρο; Το παιδί , επειδή συνήθως δεν μπορεί να αντιδράσει λεκτικά στην αυθεντία του γονιού, καταφεύγει στις εξής λύσεις : κωφεύει, αδιαφορεί ή υιοθετεί συμπεριφορές που δεν είναι πολύ λειτουργικές ( π.χ. γίνεται αεικίνητο, κάνει εκρήξεις θυμού, σας ειρωνεύεται, πετάει πράγματα κ.τ.λ.)

Είναι γεγονός πως υπάρχουν συμπεριφορές που αφορούν την ασφάλεια και την υγεία του παιδιού, και στις οποίες καλείστε να υποδείξετε το σωστό, γιατί είναι μέρος του ρόλου σας ως γονείς (π.χ. το πλύσιμο των χεριών, τη λήψη κατάλληλων τροφών, τους κανόνες επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια και την κοινωνία) και σαφώς η ύπαρξη ορίων είναι μεγίστης σημασίας και προτεραιότητας στην εξέλιξη των παιδιών. Είναι όμως επίσης γεγονός, ότι τα παιδιά δεν μπορούν να ζουν κλεισμένα μέσα σε μια μέγγενη απαγορεύσεων, γιατί αυτό δεν τα ευχαριστεί. Σκέφτείτε, αν πολλές φορές οι παρατηρήσεις που αναγκάζεστε να κάνετε, αφορούν κάτι που πραγματικά σας ενοχλεί, ή αν αφορούν μια συμπεριφορά που κάποιος τρίτος σας υποδεικνύει ( ” πώς μιλάει έτσι το παιδί, δε θα του πεις κάτι; Πώς λερώνεται έτσι το παιδί, δεν του έχεις πει να μην πηγαίνει στα χώματα;). Τέλος σκεφτείτε, τί έχει για εσάς πραγματική αξία, ένα ευτυχίσμενο και ισορροπημένο παιδί και μια παραγωγική σχέση μεταξύ σας ή  ένα παιδί που ικανοποιεί ανάγκες τρίτων και μέσα από αυτή του τη δεξιότητα κάποιος σας χτυπά την πλάτη και σας λέει “είσαι καλός γονιός, το παιδί σου σε ακούει”.

Οι πολλές απαγορεύσεις και οι συνεχείς υποδείξεις, “περνάνε” στα παιδιά μηνύματα, όχι πολύ βοηθητικά για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. Το πρώτο είναι ότι δεν δικαιούσαι να κάνεις λάθη, το δεύτερο ότι δεν είσαι έτσι ακριβώς όπως σε θέλω και το τρίτο είναι ότι  δεν μπορείς να είσαι αυτό που επιθυμείς , πρέπει να χωρέσεις μέσα στα καλούπια που σου έφτιαξα, εγώ ο γονιός σου, που “ξέρει”.

Σκεφτείτε επίσης, ότι αν κάτι που δοκιμάζετε ως γονεϊκή τακτική δεν είναι λειτουργική για το παιδί σας και για εσάς και έχει ως συνέπεια την εμφάνιση συμπεριφορών που σας προβληματίζουν, το πρώτο που καλείστε να κάνετε είναι να την αλλάξετε. Δοκιμάστε λοιπόν να αφήσετε τα πολλά “μη” και να πιάσετε το χέρι, να πάρετε αγκαλιά και να εστιάσετε σε όσα θαυμάζετε στο παιδί σας, σε όσα αγαπάτε πολύ, σε όσα σας κάνουν περήφανους!