Πώς τον έκανες έτσι; Μόνο τη μαμά του θέλει!

Ο κοινωνικός περίγυρος πάντα έχει μια “σωστή” συμβουλή να δώσει , ειδικά σε θέματα διαπαιδαγώγησης και ανατροφής. Το να σηκώνεις το δάχτυλο και να υποδεικνύεις ορθές μεθόδους διαπαιδαγώγησης, που ξεπερνούν την επιστημοσύνη του Piaget και τις μεθόδους που ανέπτυξε η Montessori, είναι μια πάγια τακτική στην ελληνική, τουλάχιστον κοινωνία.

Μία από τις πιο τυπικές συζητήσεις, που μονοπωλούν το ενδιαφέρον οικογενειακών συγκεντρώσεων με μικρά παιδιά, είναι η προτίμηση του παιδιού, να αναζητά , να προσκολλάται στο πρόσωπο φροντίδας του , και κυρίως στη μητέρα του, καθώς και να αντιδρά άσχημα κατά την απομάκρυνσή της ή όταν δεν είναι πια στο οπτικό του πεδίο.Η “επιστημονική ομάδα”, που συνήθως απαρτίζεται από γιαγιάδες, παππούδες, θείους, θείες, από τον έταιρο σύντροφο και γονιό αλλά και συχνά από άλλους γονείς, αποκαλεί αυτή τη συμπεριφορά “μαμακίαση” και προσθέτει “πώς τον/την έκανες έτσι;” ” δεν μπορούμε να τον/την πάρουμε μια αγκαλιά”, “περνάς πολύ χρόνο μαζί του/της και δεν του κάνεις καλό” και η λίστα δεν τελειώνει.

Η προσκόλησση στο πρόσωπο φροντίδας είναι μια πολύ φυσιολογική και ζητούμενη αναπτυξιακή φάση στη ζωή και την εξέλιξη ενός παιδιού. Η έναρξή της κυμαίνεται από τους 18 μήνες με 2 έτη και ολοκληρώνεται τον 3ο μπορεί και 4ο χρόνο της ζωής ενός παιδιού. Φυσικά το διάστημα αυτό είναι υποκειμενικό, έχει να κάνει με την προσωπικότητα του παιδιού και του γονιού και ο,τιδήποτε συν πλην 6 μήνες επίσης εντάσσεται μέσα στα πλαίσια της τυπικής ανάπτυξης. Η προσκόλληση, όταν εντάσσεται μέσα στο προαναφερόμενο διάστημα, όχι μόνο δεν είναι μια προβληματική συμπεριφορά, αλλά η απουσία αυτής μας προβληματίζει σημαντικά. Το παιδί , χρειάζεται να αναπτύξει ένα δεσμό προσκόλλησης με το πρόσωπο φροντίδας, για να μπορέσει έτσι με ασφάλεια να εξερευνήσει τον κόσμο γύρω του που είναι γεμάτος προκλήσεις και ανισορροπίες. Το παιδί τίνει να προσκολληθεί στο πρόσωπο που έχει αναλάβει τη φροντίδα του, όχι μόνο την καθημερινή φροντίδα σε πρακτικά ζητήματα, αλλά και τη συναισθηματική του ανακούφιση και εκπαίδευση.

Το ζητούμενο είναι πως το παιδί θα “λύσει” αυτό το δεσμό προσκόλλησης, δλδ πώς θα περάσει μέσα από αυτή τη φάση της ζωής του. Είναι δεδομένο, ότι η φάση αυτή θα τελειώσει και το μόνο που χρειάζεται είναι χρόνος. Το αν όμως το παιδί θα νιώσει το αίσθημα της ασφάλειας σε αυτή τη διαδικασία ή όχι είναι μεγίστης σημασίας. Πολύ μελάνι έχει χυθεί για το τί συνέπειες έχει η δημιουργία ενός ασφαλούς ή ανασφαλούς δεσμού προσκόλησσης κατά την παιδική ηλικία, γεγονός που καταδεικνύει τη σημαντικότητά του. Σήμερα ξέρουμε πώς υπάρχουν ευθείες συσχετίσεις του δεσμού προσκόλλησης, με τον τρόπο που εμείς επιλέγουμε αργότερα, στην ενήλικη ζωή μας, να δημιουργήσουμε συναισθηματικούς δεσμούς με τους συντρόφους μας .

Ο γονιός χρειάζεται να αποδέχεται το συναίσθημα του παιδιού και να μην τοποθετείται με βάση τις εισηγήσεις των γύρω του. Το να πω σε ένα παιδί, “δεν πρέπει να φοβάσαι”, ή “δεν πρέπει να στεναχωριέσαι”, είναι μια ματαιότητα που δημιουργεί μεγαλύτερη ανασφάλεια. Είναι φυσιολογικό και να φοβάται και να στεναχωριέται όπως ακριβώς συμβαίνει και στους ενήλικες. Το να προσπαθώ να αποκόψω βίαια το παιδί από το πρόσωπο φροντίδας, χωρίς να το έχω προετοιμάσει για αυτό και να ακολουθώ την επιστημονική οδηγία ” άστο να κλάψει και θα του περάσει”, επίσης δεν είναι ορθό. Θα του “περάσει” γιατί θα εξαντληθεί από το κλάμα και όχι γιατί συνειδητοποιεί τη συμπεριφορά.

Βεβαίως υπάρχουν φορές που πρέπει ο γονιός να αποχωρήσει, γιατί για παράδειγμα εργάζεται, και το παιδί δεν νιώθει καλά και αντιδρά έντονα σε αυτό τον αποχωρισμό. Είναι σημαντικό να το προετοιμάσω για το τι θα ακολουθήσει, να είμαι συνεπής στο χρόνο που θα υποσχεθώ ότι θα γυρίσω και να κάνω μια μεγάλη αγκαλία λέγοντας ” είναι πολύ φυσιολογικό που στεναχωριέσαι, κι εγώ στεναχωριέμαι λίγο που πρέπει να σε αφήσω αλλά δεν έχω επιλογή. Είμαι σίγουρη ότι θα περάσεις τέλεια και θα γυρίσω πριν το μπάνιο σου για να το κάνουμε μαζί”. Ο γονιός είναι συμμέτοχος, προφανώς στη διαδικασία της ανακούφισης και αυτό δεν αφορά μόνο την αποκρισή του απέναντι στο παιδί του, αλλά και τη διαχείριση του δικού του συναισθήματος. Η ένταση και η διάρκεια της φάσης αυτής, ταυτίζεται απόλυτα με την επιθύμια του γονιού να καταστεί το παιδί του αυτόνομο και να του “επιτρέψει” να μην τον χρειάζεται πια. Γονείς που επιβεβαιώνουν την αγάπη του παιδιού τους, μέσα από την ένταση του κλάματος και της απαιτητικής συμπεριφοράς του παιδιού για την επιστροφή τους, δεν επιτρέπουν στα παιδιά τους να περάσουν με ασφάλεια μέσα από την αναπτυξιακή αυτή φάση.

Η έντονη περίοδος προσκόλλησης του παιδιού στο πρόσωπο φροντίδας είναι μια δύσκολη περίδος για τον ίδιο το φροντιστή. Είναι μια περίοδος που συχνά δεν υπάρχει προσωπικός χώρος και χρόνος και αυτό δεν είναι πάντα αντικείμενο απόλαυσης από την πλευρά του γονιού. Να σκέφτεστε ότι η περίοδος αυτή είναι μια τεράστια ευκαιρία συναισθηματικής εκπαίδευσης για το παιδί σας και επίσης είναι μια περίοδος που το εξοπλίζετε με σημαντικά εφόδια για το πως θα διαχειριστεί τις δικές τους συναισθηματικές σχέσεις αργότερα. Το σημαντικότερο όμως που πρέπει να σκέφτεστε, όταν δεν μπορείτε να πάτε ούτε στην τουαλέτα μόνοι σας,  είναι ότι ο χρόνος είναι σύμμαχος!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *